Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

ΑΥΓΗ 22-3-2008


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΡΗΣ,"ΑΓΑΠΑ ΤΟ ΚΕΛΙ ΣΟΥ,ΤΡΩΓΕ ΤΟ ΦΑΙ ΣΟΥ,ΔΙΑΒΑΖΕ ΠΟΛΥ..."





















Το καναρίνι
Στίχοι:
Γιώργος Σαμολαδάς Μουσική: Απόστολος Καλδάρας

Αχ καναρίνι μου, καναρινάκι μου

αχ καναρίνι μου γλυκό

πάρ' το φαρμάκι μου πάρ' το σαράκι μου

και κάν' τα όμορφο σκοπό



Στη φυλακή σου βάλε με

μα διώξε μου τον πόνο

εσύ που ξέρεις να ξεχνάς

με το τραγούδι μόνο



Ο παππούς μου Κώστας Μακρής γεννήθηκε από εύπορη οικογένεια στον Ωρωπό Αττικής το 1913.Ο πόλεμος του 1940 τον στέλνει στην Ελληνοαλβανική μεθόριο οπού και παραμένει μέχρι την κατάρευση του μετώπου. Το 1943 μάλλον φυλακίζεται στις φυλακές Χατζηκώστα (φωτ.1). Με την επιστροφή του στον Ωρωπό εντάσεται στην Εθνική Αντίσταση όπου πέρνει μέρος στην μάχη στο Κακοσάλεσι στις 13/10/1944.

Στις 14/2/1945 και ενώ κρύβεται στο βουνό παντρεύεται τη γιαγιά μου που την είχε ερωτευτεί όταν την άκουσε να τραγουδάει (φωτ.2).Το 1947 εκτοπίστηκε στην Ικαρία (εκεί είδε να γεννιέται το δεύτερο παιδί του, η μητέρα μου, όταν είχε πάει η γιαγιά μου επισκεπτήριο. Αργότερα την βαφτίσανε 12 συγκρατουμενοί του, Αναστασία-Ικαρία. Το πρώτο παιδί γεννήθηκε και πέθανε το 1946) και με ομάδα συνεξορίστων του απέδρασε και πέρασε στη Σάμο όπου εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και συμμετείχε στο 2ο αντάρτικο, μετά την κατάρευση του αντάρτικου στο νησί, πιάστηκε και έμεινε στη φυλακή μέχρι το 1952 (φωτ.3).



Ο μέτοικος




Σαν σύννεφο απ' τον καιρό

μονάχο μες τον ουρανό

πήρα παιδί τους δρόμους



Περπάτησα όλη τη γη

μ' ένα τραγούδι στην καρδιά

και τη βροχή στους ώμους



Μ' αυτά τα χέρια σαν φτερά

που δεν εγνώρισαν χαρά

πάλεψα με το κύμα



Κι είχα βαθιά μου μια πληγή

αγάπη που δε βρήκε γη

χαμένη μες το κρίμα



Με το πραξικόπημα του 1967 εξορίστηκε στη Λέρο μέχρι το 1971. Ούτε στη γέννηση της αδερφής μου το 1967, ούτε στη δική μου το 1971 ήταν παρών. Αποκομένος από την οικογένεια του δεν ένοιωσε τη χαρά να δει να γεννιούντε τα εγγόνια του. Θυσίαζε προσωπικές χαρές για χάρη του αγώνα (φωτ.4).



Πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος
Στίχοι:
Οδυσσέας Ελύτης Μουσική: Δημήτρης Λάγιος



Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος

να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος



λίγο φαΐ λίγο κρασί

Χριστούγεννα κι Ανάσταση



κι όπου φωλιάσει και σταθεί

κανείς να μην του φτάνει εκεί



Μα ήρθαν αλλιώς τα πράματα

τονε ξυπνάν χαράματα



τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος

του τρώνε και το λίγο βιος



κι από το στόμα την μπουκιά

πάνω στην ώρα τη γλυκιά



του τηνε παίρνουνε κι αυτή

χαρά στους που 'ναι οι δυνατοί!



Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί

γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.



Ο παππούς αρνιόταν οποιαδήποτε εξουσία και καμία σχέση με το χρήμα, ποτέ του δεν κουβάλαγε χρήματα μαζί του παρά μόνο αυτά που χρειαζόταν για να αγοράσει τις εφημερίδες του.Ο παππούς ζούσε απλά, διάβαζε πολύ και έγραφε. Ο παππούς δεν μισούσε ούτε τους διώκτες του, ποτέ μου δεν τον άκουσα να βρίσει κάποιον απ' αυτούς.Στα 75 του χρόνια γύρισε μαζί με την γιαγιά μου και το θείο μου στον Ωρωπό. Άρχισε να φτιάχνει ένα συντριβάνι και καθημερινά σχεδόν κουβάλαγε με ένα καρότσι πέτρες από την θάλασσα, περίπου 8 χιλιόμετρα (φωτ.5).Μέχρι τα 85 του ο παππούς περπάταγε αρκετά, μίλαγε λίγο για το παρελθόν, διάβαζε κι έγραφε.Σιγά-σιγά τα πόδια του δεν ακολουθούσαν το μυαλό του που δούλευε ασταμάτητα (φωτ.6). Ήταν κι αυτά "ΠΑΡΑΣΗΜΑ" του παρελθόντος του. Τα 2 τελευταία χρόνια ήταν ξαπλωμένος και διάβαζε, ποτέ του δεν έβαλε γυαλιά αλλά ούτε και παρωπίδες. Όλα αυτά τα χρόνια, από τότε που πήγε στον Ωρωπό, όταν χτύπαγε το τηλέφωνο το βράδυ τρόμαζα μήπως έπαθε κάτι ο παππούς. Το καλοκαίρι του 2007 γύρισε οικογενειακώς στο σπίτι στην Καλογρέζα, ανήμπορος να περπατήσει τον πήρα αγκαλιά και τον πήγα στο κρεββάτι του. Την 1η Σεπτέμβρη του 2007 παντρευόμουν, την Πέμπτη 30/8/2007 ο παππούς εισήχθει στο Γ.Ν. Πατησσίων αφυδατωμένος και ταλαιπωρημένος αλλά πάλεψε όπως πάντα να μην κάνει κάτι και "χαλάσει" ο γάμος. Σε μετέπειτα συζητήσεις μας μου έλεγε συχνά ότι εγώ τον κράτησα ζωντανό.



Τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω
Στίχοι:
Πυθαγόρας Μουσική: Απόστολος Καλδάρας



Σαν ήμουνα παιδί κι εγώ

φτερούγισα απ' την κούνια

όμως μαχαίρια έβλεπα

στης Πόλης τα καντούνια



Κυνηγημένος μιαν αυγή

ετράβηξα τους δρόμους

φωτιά στα πόδια μου η γη

κι η μοναξιά στους ώμους



Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω

και μια πέτρα για να ξαποστάσω

τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω

απ' όσα πέρασα


Το βράδυ της 19/3/2008 στις 03:15 κι ενώ σηκώθηκε η γιαγιά μου να πάει να πιεί νερό ρώτησε τον παππού "Κωστάκη θες νερό;"της απάντησε καταφατηκά, λίγο πριν γυρίσει στο κρεββάτι της κάτι δεν πήγαινε καλά, ο παππούς δεν ανάσαινε, ξύπνησε την μητέρα μου και στις 04:37 χτύπησε το τηλέφωνο μου που τόσα χρόνια τρόμαζα ακόμα και στη σκέψη αυτή.




Έσβησε τ' άστρο

και το φεγγάρι

κι έγινε η νύχτα

πικρή λαβωματιά




Πού να 'ναι τώρα

το παλικάρι

σε ποιο λιμάνι

ποια θάλασσα πλατιά




Στον κεραυνό και στη βροχή

κάνω κρυφά μια προσευχή

να 'χεις τον ήλιο συντροφιά

στη συννεφιά




Έκλεισαν όλες

του κόσμου οι στράτες

χάθηκε η μέρα

βασίλεψε το φως




Ρωτώ τη νύχτα

και τους διαβάτες

πού να 'ναι ο φίλος

πού να 'ναι ο αδερφός




Στον κεραυνό και στη βροχή

κάνω κρυφά μια προσευχή

να 'χεις τον ήλιο συντροφιά

στη συννεφιά




'Ηταν αδύνατο να το πιστέψω, ο παππούς το απόγευμα είχε 7,5-12 πίεση και 62 σφυγμούς όλα έδειχναν οτι θα άντεχε ακόμα. Το πρωί της Τετάρτης 19/3/2008 με βρήκε χωρίς τον λατρεμένο μου παππού να κοιτάω το κρεββάτι του και σκεπασμένο με ένα σεντόνι το σώμα του παππού. Ξαφνικά το πήρα απόφαση ξεσκέπασα το σεντόνι, έσκυψα τον φίλησα , αλλά δεν έκλαψα, έτσι νόμιζα πως τιμούσα τον αγωνιστή παππού, χωρίς κλάματα.



Να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς




Στα μάτια παίζει τ' άστρο της αυγής

ο ήλιος πλένει τ' όνειρο της γης

πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ

κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί




Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας

να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς

σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί




Στα χείλη καίει πικρό μικρό φιλί

ποιο μακρινό ταξίδι σε καλεί

θα φύγεις ξένε, άσπρα τα πανιά

παραμονεύει η λησμονιά




Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας

να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς

σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί




Στη συνέχεια έπρεπε να τρέξω για τα διαδικαστηκά κι ενώ μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα κλάψει καθόλου άκουσα αυτό το τραγούδι, έτσι μόνος όπως με είχε αφήσει ο παππούς λίγες ώρες πριν και κατέρευσα, έκλαιγα με λυγμούς, μου έλειπε ήδη. Άρχισα να υποβάλλω τον εαυτό μου σε ένα μαρτύριο να αναζητώ τραγούδια που εξέφραζαν τον παππού. Ο παππούς δεν άκουγε μουσική, του άρεσε πάντως η Δόμνα Σαμίου, δεν πήγαινε σε καφενεία, δεν έπαιζε χαρτιά,τάβλι,τίποτα, δεν ήταν γυναικάς....ήταν πιστός στην πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε μαζί της οικογένεια και ζήσανε μαζί 63 χρόνια. Αυτή η γυναίκα ήταν η γιαγιά μου η Μαρίτσα οπού παρόλο τις διαφωνίες τις, τον στήριζε και ταλαιπωριόταν κι αυτή και ίσως περισσότερο ακόμα όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι λοιπόν στις 19/3/2008 και ώρα 17:00 έγινε στον Ωρωπό η ταφή του σώματος του παππού, η ψυχή του, το πνεύμα του θα με συντροφεύει πάντα. Στην εκκλησία ήταν συγχωριανοί του που τα δύσκολα χρόνια ανήκαν σε τελίως αντίπαλες πολιτικά κυρίως οικογένειες,φίλοι του αλλά αυτό που με συγκίνησε και τον ευχαριστώ πολύ γι'αυτό ήταν πως ήταν παρών ο αδερφός του ο Τάκης (είχαν να μιλήσουν πάνω από 30 χρόνια) εκεί πάνω από το νεκρό παππού ο Τάκης τον έκλαψε, του μίλησε και με αυτή του την πράξη έσβησε τις όποιες διαφορές τους χώριζαν όλα αυτά τα χρονια. Στην τελευταία του κατοικία, όπως λένε, τον κατέβασα εγώ με τον γαμπρό μου Παύλο. Δεν ήθελα να το κάνει αυτό κανένας άλλος, μέσα στο φέρετρο του έβαλα το βιβλίο "Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ" του NIETZSCH με το ακόλουθο απόσπασμα,τραγούδι, στην τελευταία σελίδα μαζί με μία πολύ προσωπική αφιέρωση. Η μητέρα μου του έβαλε "ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" του ΜΑΡΞ.



Ο λεβέντης
Στίχοι:
Νότης Περγιάλης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης



Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα

τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια

με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια

λεβέντης εροβόλαγε.




Στα ματιά του ένα σύννεφο

μες την καρδιά του σίδερο.

Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο

κι ο χάρος εροβόλαγε.




Σφαλούν τα μάτια κι' οι καρδιές

σφαλούν τα παραθύρια

μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα

κι'εκείνος χαμογέλαγε.




Ποιός κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;

Ποιόν κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;

Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;

Λεβέντης εροβόλαγε.




ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΓΡΑΦΩ ΣΑΝ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ, ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΩΣΤΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΚΡΗ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

ΜΕ ΣΥΜΜΑΧΟ ΕΜΕΝΑ; ΜΠΑ ΔΕ ΝΟΜΙΖΩ....


9 ημέρες μετά τις εκλογές και ακόμα υπάρχουν αφίσες σαν κι αυτή στους δρόμους της πόλης.
Οικονομική κρίση σου λέει και τεράστια ποσά δαπανήθηκαν για αφίσες (όλων των κομμάτων) , συγκεντρώσεις, δεξιώσεις κλπ.
Ας παρατηρήσουμε αυτήν την αφίσα κάπως πιο προσεκτικά.
  1. Όλοι είναι νέοι
  2. Δεν υπάρχει κάποιο κοματικό σύμβολο
  3. Οι πιο πολλοί είναι αμερικανόφατσες
  4. Το αγόρι πάνω απο την παλάμη του Καραμανλή καθώς και η κοπέλα κάτω από την παλάμή του είναι μαύροι ή αφροαμερικάνοι
  5. Το αγόρι στα γράμματα (κρα) της λέξης ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ,έχει βγάλει την γλώσσα λες και είναι σε συναυλία των Rolling Stones

Εγώ νομίζω πως χρησιμοποίησαν μία φωτογραφία αρχείου, με νεαρά άτομα, χωρίς σύμβολα για να αποφύγουν την πόλωση και πολύ χαρούμενα. Τόση χαρά έχουν οι νέοι μετανάστες και μη όταν βλέπουν τον Καραμανλή που καταλήγει σε ντελίριο.

ΚΥΡΙΟΙ ΕΛΕΩΣ ΠΙΑ,ΑΦΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΜΑΣ.

ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΦΙΣΕΣ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΚΟΜΑΤΑ.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

ΠΑΛΗΣ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά 'βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
6/12/2008
Το βράδυ ένα παιδί πέφτει νεκρό από τα πυρά κάποιου μπάτσου (Γέμισε ο κόσμος Ντερτιλήδες). Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί σκοτώνεται, αποκλείεται να φταίει, ένα δεκαπεντάχρονο παιδί δεν υπάρχει περιπτωση να φταίει.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση, επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα, να βγουν εξω σε πλατειες με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει : μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο πουκαμισο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος η Ανοιξη. Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο Σηκωμο, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε καταμπροστα στον ηλιο, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες. Και ακολουθουσανε αντρες πολλοι, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες, που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα. Τετοιας λογης αποκοτιες, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν. Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους, λαβανε την αποφαση να βγουν εξω σε δρομους και σε πλατειες, με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια πηχη φωτια κατω απ' τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου μητε κλωνος μητε ανθος, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν. Και χτυπουσανε οπου να 'ναι, σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση. Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην ητανε αλλος δρομος πανω σ' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα αυτος, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη της απελπισιας, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα. Και θερισανε πληθος τα θηρια, και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.
Ετσι άρχισαν όλα. Ο Αλέξανδρος είναι νεκρός. Πάνω στο σώμα του που ακόμα είναι ζεστό και έχει "ασελγήσει" ήδη μία φορά ο μπάτσος με τη δολοφονία του, θα "ασελγήσουν" και οι δημοσιογράφοι, πολιτικοί κλπ θιασώτες.
Όταν έχασα τον παππού μου η γυναίκα μου μου είπε ότι ο άνθρωπος πεθαίνει όταν ξεχνιέται. Έτσι και με τον Αλέξανδρο θα τον θυμούνται σίγουρα οι δικοί του, οι φίλοι του και όλοι αυτοί που αγανάκτησαν με την αστυνομική αυθαιρεσία.
Τώρα δε μου έρχονται άλλα λόγια, απλά είμαι θλιμένος.
Αλέξανδρε ( Όταν χτυπήσεις δυο φορές )
Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους
γυναίκες και άνδρες με όπλα στους ώμους
στο τίμιο λάβαρο πάντα πιστοί
στη σάλπιγγα πλάι που μας προσκαλεί
Όταν χτυπήσεις δυο φορές
ύστερα τρεις και πάλι δυο
Αλέξανδρέ μου
Θα 'ρθω για να σ' ανοίξω
Θα σου 'χω φαγητό ζεστό
Θα σου 'χω ρούχο καθαρό
Γωνιά για να σε κρύψω
Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους
γυναίκες και άνδρες με όπλα στους ώμους
στο τίμιο λάβαρο πάντα πιστοί
στη σάλπιγγα πλάι που μας προσκαλεί
Όταν χτυπήσεις δυο φορές
ύστερα τρεις και πάλι δυο
Αλέξανδρέ μου
Θα δω το πρόσωπό σου
Στα μάτια κρύβεις δυο φωτιές
στα στήθη σου χίλιες καρδιές
μετράνε τον καημό σου
Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους
γυναίκες και άνδρες με όπλα στους ώμους
στο τίμιο λάβαρο πάντα πιστοί
στη σάλπιγγα πλάι που μας προσκαλεί
Όταν χτυπήσεις δυο φορές
ύστερα τρεις και πάλι δυο
Αλέξανδρέ μου
σκέφτομαι το φευγιό σου
Σε βλέπω σε κελί στενό
να σέρνεις πρώτος το χορό
πάνω στο θάνατό σου
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΚΡΕ....

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

Κάποτε θυμάμαι πριν καιρό, όχι πριν πολύ καιρό, όταν άκουγα Θεοδωράκη στο αυτοκίνητο το χαμήλωνα ή έκλεινα τα παράθυρα κάτι φοβόμουν μάλλον.
Μετά διαπίστωσα ότι αυτό συνέβαινε ή όταν πέρναγα δίπλα από μπασκίνα ή κοντά σε εκκλησία. Δεν ξέρω αλλά από τα παιδικά μου χρόνια που μεγαλώνοντας σε οικογένειες αριστερών είχα αυτές τις δύο κλίκες σαν τις μοναδικές φασιστικές κλίκες στη χώρα.
Τελικά σκέφτηκα στις ατέλειωτες ώρες που οδηγάω ότι οι πρόγονοι μου δε με μεγάλωσαν ως "κότα" αλλά ελεύθερο. Τώρα όταν πλησιάζω μπάτσο το δυναμώνω προκλητικά, όταν κοντεύω σε εκκλησία αρχίζω και ξεσπάω, χτυπιέμαι , κάνω σαν τον Μίκη, σαν να διευθύνω την ορχήστρα σε συναυλία στο Καραϊσκάκη μεταπολιτευτικά, σαν να είμαι εκεί. Τώρα που σας γράφω είμαι εκεί και παραληρώ, είμαι εκεί με αλλούς 50000 ίσως και 100000 ανθρώπους. Αλήθεια πού είναι όλοι αυτοί; Κότεψαν; Χάθηκαν; Ξεχάστηκαν ίσως.
Πίστευω ότι τους αγώνες του λαού τους καπηλέυτηκαν κατά καιρούς αριστεροί, αριστερίζοντες, σοσιαλιστές, δημοκράτες κι ένα σωρό βολεμένοι τύποι που τελικά μόνο να γλείφουν ξέρουν. Πού είναι Άνθρωποι σαν το Γλέζο, το Λεντάκη, τον παππού μου τον Κώστα Μακρή; Εδώ ακόμα στο ΚΚΕ δεν ξέρουν τι στάση να κρατήσουν απέναντι στο Στάλιν; Φαίνεται γι'αυτό λένε πως το ΚΚΕ είναι ιστορικό κόμμα, γιατί ασχολείται μόνο με την ιστορία και καθόλου με το μέλλον, χρησιμοποιεί ακόμα τα συνθήματα που έλεγε πριν 20 χρόνια. Δυναμώνω κι αλλό την ένταση "Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες....." πόσο με συναρπάζεις Μίκη.... ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΩ. Είμαι ζωντανός σκέφτομαι, αλλά ταυτόχρονα μου περνάει μια ριπή, μια σκέψη, ένα μίσος...... ΠΟΣΟ ΜΑΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΣ ΜΙΚΗ! Καπηλεύτηκες κι εσύ τους αγώνες όλων. Δίνεις συνεντεύξεις και μας εξιστορείς τα κατορθώματά σου, αλλά δε μας λες πόσους συντρόφους σου πάτησες για να σε δούμε...
Μέτα σκέφτομαι οτι ο γέρος της "δημοκρατίας" ήταν πρωταγωνιστής στη συνθήκη της Βάρκιζας, ο εκλεκτός της Αγγλίας. Πού είναι η δημοκρατία τους; Λαλιώτης, Δαμανάκη και πολλοί ακόμα. Ααααα και ο τροτσκιστής ο Τατούλης. Ναι αυτόν τον ξέχασα, που όταν ήταν υπουργός πολιτισμού έκανε γαργάρα για τα σκάνδαλα του ΥΠ.ΠΟ. Ούτε λόγος για τους μυστικούς λογαριασμούς. Τώρα έχει γίνει θέμα. ΟΥΣΤ από 'δω κλέφτες, ψεύτες, κρετίνοι, υποκριτές. Όλα αυτά που γράφω εδώ πιθανόν να παρακολουθούνται. Τα e-mail μας το ίδιο, η αλληλογραφία μας μπορεί, τα κινητά μας και σταθερά μας τηλέφωνα σίγουρα. Ένα μόνο δεν παρακολουθείται, η σκέψη μας. Οπότε τι σκαρφίστηκαν; Ένα τηλεπαιχνίδι ελεγεία στη δημοκρατία και στην ανθρώπινη υπόσταση κάτι σαν τον ορό της αλήθειας. Όλα τα ενδόμυχα μας μπορούμε να τα ξεράσουμε εν μέσω χειροκροτημάτων. Πάρε κόσμε! Τα λεφτά είναι πολλά Άρη που έλεγε ο Καλογήρου στον Κούρκουλο. Όλα αγοράζονται. Πόσο αντέχεις την ξεφτίλα; Για 10000 Ε ή για 25000; "Είμαστε δυο, είμαστε τρεις" ακούω τώρα δυναμώνω κι άλλο....

Είμαστε δυο,
είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
Καβάλα πάμε στον καιρό
με τον καιρό με την βροχή
το αίμα πήζει στην πληγή
ο πόνος γίνεται καρφί

Δεν ξέρω τελικά τι αξίζει περισσότερο; Ένα κάλπικο όνειρο ή μη όνειρο;
Όταν, φίλοι μου, η επανάσταση παίρνει την εξουσία γίνεται περισσότερο τυρρανική από την προκατοχό της.
Επανάσταση μπορούμε να κάνουμε όλοι. Μπορούμε κόντρα στη μόδα να μην κλέβουμε, να βοηθάμε τον συνάνθρωπο μας, να δίνουμε αίμα, να γίνουμε δωρητές οργάνων, να ονειρευόμαστε, να ελπίζουμε, να αγαπάμε, να δίνουμε ένα ποτήρι νερό στον μετανάστη, να ακούμε δυνατά, να φωνάζουμε ακόμα πιο δυνατά σε ό,τι μας ενοχλεί.
Πέρασε η ώρα φίλοι μου και κλείνω τον υπολογιστή μου ακούγοντας

Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ
είμαι θρεφτάρι μ' έχουν κλείσει στο σφαγείο
σήμερα εσύ αύριο εγώ

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ
πίσω απ' τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Που πάει να πει
σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή
βαστάω γερά, κρατάω καλά

Μες στις καρδιές μας αρχιναέι το πανηγύρι
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ
πίσω απ' τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Που πάει να πεισ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή
βαστάω γερά, κρατάω καλά

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Κλέινω τον υπολογιστή μου ήσυχος για το κοινωνικό μου λογίδιο έτοιμος να πάω στον καναπέ μου να χαζέψω αυτά που έχω βρίσει παραπάνω. Να κλείσω την τηλεόραση ,να κοιμηθώ ήσυχος και να ξυπνήσω υπνωτισμένος. Να βλέπω τους Τατούληδες να με παραμυθιάζουν.

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ..... ΤΣΙΦΤΕΤΕΛΛΗΝΕΣ (Όπως έλεγε ο Σαββόπουλος)