Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

ΑΥΓΗ 22-3-2008


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΡΗΣ,"ΑΓΑΠΑ ΤΟ ΚΕΛΙ ΣΟΥ,ΤΡΩΓΕ ΤΟ ΦΑΙ ΣΟΥ,ΔΙΑΒΑΖΕ ΠΟΛΥ..."





















Το καναρίνι
Στίχοι:
Γιώργος Σαμολαδάς Μουσική: Απόστολος Καλδάρας

Αχ καναρίνι μου, καναρινάκι μου

αχ καναρίνι μου γλυκό

πάρ' το φαρμάκι μου πάρ' το σαράκι μου

και κάν' τα όμορφο σκοπό



Στη φυλακή σου βάλε με

μα διώξε μου τον πόνο

εσύ που ξέρεις να ξεχνάς

με το τραγούδι μόνο



Ο παππούς μου Κώστας Μακρής γεννήθηκε από εύπορη οικογένεια στον Ωρωπό Αττικής το 1913.Ο πόλεμος του 1940 τον στέλνει στην Ελληνοαλβανική μεθόριο οπού και παραμένει μέχρι την κατάρευση του μετώπου. Το 1943 μάλλον φυλακίζεται στις φυλακές Χατζηκώστα (φωτ.1). Με την επιστροφή του στον Ωρωπό εντάσεται στην Εθνική Αντίσταση όπου πέρνει μέρος στην μάχη στο Κακοσάλεσι στις 13/10/1944.

Στις 14/2/1945 και ενώ κρύβεται στο βουνό παντρεύεται τη γιαγιά μου που την είχε ερωτευτεί όταν την άκουσε να τραγουδάει (φωτ.2).Το 1947 εκτοπίστηκε στην Ικαρία (εκεί είδε να γεννιέται το δεύτερο παιδί του, η μητέρα μου, όταν είχε πάει η γιαγιά μου επισκεπτήριο. Αργότερα την βαφτίσανε 12 συγκρατουμενοί του, Αναστασία-Ικαρία. Το πρώτο παιδί γεννήθηκε και πέθανε το 1946) και με ομάδα συνεξορίστων του απέδρασε και πέρασε στη Σάμο όπου εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και συμμετείχε στο 2ο αντάρτικο, μετά την κατάρευση του αντάρτικου στο νησί, πιάστηκε και έμεινε στη φυλακή μέχρι το 1952 (φωτ.3).



Ο μέτοικος




Σαν σύννεφο απ' τον καιρό

μονάχο μες τον ουρανό

πήρα παιδί τους δρόμους



Περπάτησα όλη τη γη

μ' ένα τραγούδι στην καρδιά

και τη βροχή στους ώμους



Μ' αυτά τα χέρια σαν φτερά

που δεν εγνώρισαν χαρά

πάλεψα με το κύμα



Κι είχα βαθιά μου μια πληγή

αγάπη που δε βρήκε γη

χαμένη μες το κρίμα



Με το πραξικόπημα του 1967 εξορίστηκε στη Λέρο μέχρι το 1971. Ούτε στη γέννηση της αδερφής μου το 1967, ούτε στη δική μου το 1971 ήταν παρών. Αποκομένος από την οικογένεια του δεν ένοιωσε τη χαρά να δει να γεννιούντε τα εγγόνια του. Θυσίαζε προσωπικές χαρές για χάρη του αγώνα (φωτ.4).



Πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος
Στίχοι:
Οδυσσέας Ελύτης Μουσική: Δημήτρης Λάγιος



Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος

να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος



λίγο φαΐ λίγο κρασί

Χριστούγεννα κι Ανάσταση



κι όπου φωλιάσει και σταθεί

κανείς να μην του φτάνει εκεί



Μα ήρθαν αλλιώς τα πράματα

τονε ξυπνάν χαράματα



τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος

του τρώνε και το λίγο βιος



κι από το στόμα την μπουκιά

πάνω στην ώρα τη γλυκιά



του τηνε παίρνουνε κι αυτή

χαρά στους που 'ναι οι δυνατοί!



Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί

γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.



Ο παππούς αρνιόταν οποιαδήποτε εξουσία και καμία σχέση με το χρήμα, ποτέ του δεν κουβάλαγε χρήματα μαζί του παρά μόνο αυτά που χρειαζόταν για να αγοράσει τις εφημερίδες του.Ο παππούς ζούσε απλά, διάβαζε πολύ και έγραφε. Ο παππούς δεν μισούσε ούτε τους διώκτες του, ποτέ μου δεν τον άκουσα να βρίσει κάποιον απ' αυτούς.Στα 75 του χρόνια γύρισε μαζί με την γιαγιά μου και το θείο μου στον Ωρωπό. Άρχισε να φτιάχνει ένα συντριβάνι και καθημερινά σχεδόν κουβάλαγε με ένα καρότσι πέτρες από την θάλασσα, περίπου 8 χιλιόμετρα (φωτ.5).Μέχρι τα 85 του ο παππούς περπάταγε αρκετά, μίλαγε λίγο για το παρελθόν, διάβαζε κι έγραφε.Σιγά-σιγά τα πόδια του δεν ακολουθούσαν το μυαλό του που δούλευε ασταμάτητα (φωτ.6). Ήταν κι αυτά "ΠΑΡΑΣΗΜΑ" του παρελθόντος του. Τα 2 τελευταία χρόνια ήταν ξαπλωμένος και διάβαζε, ποτέ του δεν έβαλε γυαλιά αλλά ούτε και παρωπίδες. Όλα αυτά τα χρόνια, από τότε που πήγε στον Ωρωπό, όταν χτύπαγε το τηλέφωνο το βράδυ τρόμαζα μήπως έπαθε κάτι ο παππούς. Το καλοκαίρι του 2007 γύρισε οικογενειακώς στο σπίτι στην Καλογρέζα, ανήμπορος να περπατήσει τον πήρα αγκαλιά και τον πήγα στο κρεββάτι του. Την 1η Σεπτέμβρη του 2007 παντρευόμουν, την Πέμπτη 30/8/2007 ο παππούς εισήχθει στο Γ.Ν. Πατησσίων αφυδατωμένος και ταλαιπωρημένος αλλά πάλεψε όπως πάντα να μην κάνει κάτι και "χαλάσει" ο γάμος. Σε μετέπειτα συζητήσεις μας μου έλεγε συχνά ότι εγώ τον κράτησα ζωντανό.



Τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω
Στίχοι:
Πυθαγόρας Μουσική: Απόστολος Καλδάρας



Σαν ήμουνα παιδί κι εγώ

φτερούγισα απ' την κούνια

όμως μαχαίρια έβλεπα

στης Πόλης τα καντούνια



Κυνηγημένος μιαν αυγή

ετράβηξα τους δρόμους

φωτιά στα πόδια μου η γη

κι η μοναξιά στους ώμους



Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω

και μια πέτρα για να ξαποστάσω

τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω

απ' όσα πέρασα


Το βράδυ της 19/3/2008 στις 03:15 κι ενώ σηκώθηκε η γιαγιά μου να πάει να πιεί νερό ρώτησε τον παππού "Κωστάκη θες νερό;"της απάντησε καταφατηκά, λίγο πριν γυρίσει στο κρεββάτι της κάτι δεν πήγαινε καλά, ο παππούς δεν ανάσαινε, ξύπνησε την μητέρα μου και στις 04:37 χτύπησε το τηλέφωνο μου που τόσα χρόνια τρόμαζα ακόμα και στη σκέψη αυτή.




Έσβησε τ' άστρο

και το φεγγάρι

κι έγινε η νύχτα

πικρή λαβωματιά




Πού να 'ναι τώρα

το παλικάρι

σε ποιο λιμάνι

ποια θάλασσα πλατιά




Στον κεραυνό και στη βροχή

κάνω κρυφά μια προσευχή

να 'χεις τον ήλιο συντροφιά

στη συννεφιά




Έκλεισαν όλες

του κόσμου οι στράτες

χάθηκε η μέρα

βασίλεψε το φως




Ρωτώ τη νύχτα

και τους διαβάτες

πού να 'ναι ο φίλος

πού να 'ναι ο αδερφός




Στον κεραυνό και στη βροχή

κάνω κρυφά μια προσευχή

να 'χεις τον ήλιο συντροφιά

στη συννεφιά




'Ηταν αδύνατο να το πιστέψω, ο παππούς το απόγευμα είχε 7,5-12 πίεση και 62 σφυγμούς όλα έδειχναν οτι θα άντεχε ακόμα. Το πρωί της Τετάρτης 19/3/2008 με βρήκε χωρίς τον λατρεμένο μου παππού να κοιτάω το κρεββάτι του και σκεπασμένο με ένα σεντόνι το σώμα του παππού. Ξαφνικά το πήρα απόφαση ξεσκέπασα το σεντόνι, έσκυψα τον φίλησα , αλλά δεν έκλαψα, έτσι νόμιζα πως τιμούσα τον αγωνιστή παππού, χωρίς κλάματα.



Να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς




Στα μάτια παίζει τ' άστρο της αυγής

ο ήλιος πλένει τ' όνειρο της γης

πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ

κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί




Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας

να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς

σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί




Στα χείλη καίει πικρό μικρό φιλί

ποιο μακρινό ταξίδι σε καλεί

θα φύγεις ξένε, άσπρα τα πανιά

παραμονεύει η λησμονιά




Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας

να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς

σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί




Στη συνέχεια έπρεπε να τρέξω για τα διαδικαστηκά κι ενώ μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα κλάψει καθόλου άκουσα αυτό το τραγούδι, έτσι μόνος όπως με είχε αφήσει ο παππούς λίγες ώρες πριν και κατέρευσα, έκλαιγα με λυγμούς, μου έλειπε ήδη. Άρχισα να υποβάλλω τον εαυτό μου σε ένα μαρτύριο να αναζητώ τραγούδια που εξέφραζαν τον παππού. Ο παππούς δεν άκουγε μουσική, του άρεσε πάντως η Δόμνα Σαμίου, δεν πήγαινε σε καφενεία, δεν έπαιζε χαρτιά,τάβλι,τίποτα, δεν ήταν γυναικάς....ήταν πιστός στην πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε μαζί της οικογένεια και ζήσανε μαζί 63 χρόνια. Αυτή η γυναίκα ήταν η γιαγιά μου η Μαρίτσα οπού παρόλο τις διαφωνίες τις, τον στήριζε και ταλαιπωριόταν κι αυτή και ίσως περισσότερο ακόμα όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι λοιπόν στις 19/3/2008 και ώρα 17:00 έγινε στον Ωρωπό η ταφή του σώματος του παππού, η ψυχή του, το πνεύμα του θα με συντροφεύει πάντα. Στην εκκλησία ήταν συγχωριανοί του που τα δύσκολα χρόνια ανήκαν σε τελίως αντίπαλες πολιτικά κυρίως οικογένειες,φίλοι του αλλά αυτό που με συγκίνησε και τον ευχαριστώ πολύ γι'αυτό ήταν πως ήταν παρών ο αδερφός του ο Τάκης (είχαν να μιλήσουν πάνω από 30 χρόνια) εκεί πάνω από το νεκρό παππού ο Τάκης τον έκλαψε, του μίλησε και με αυτή του την πράξη έσβησε τις όποιες διαφορές τους χώριζαν όλα αυτά τα χρονια. Στην τελευταία του κατοικία, όπως λένε, τον κατέβασα εγώ με τον γαμπρό μου Παύλο. Δεν ήθελα να το κάνει αυτό κανένας άλλος, μέσα στο φέρετρο του έβαλα το βιβλίο "Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ" του NIETZSCH με το ακόλουθο απόσπασμα,τραγούδι, στην τελευταία σελίδα μαζί με μία πολύ προσωπική αφιέρωση. Η μητέρα μου του έβαλε "ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" του ΜΑΡΞ.



Ο λεβέντης
Στίχοι:
Νότης Περγιάλης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης



Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα

τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια

με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια

λεβέντης εροβόλαγε.




Στα ματιά του ένα σύννεφο

μες την καρδιά του σίδερο.

Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο

κι ο χάρος εροβόλαγε.




Σφαλούν τα μάτια κι' οι καρδιές

σφαλούν τα παραθύρια

μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα

κι'εκείνος χαμογέλαγε.




Ποιός κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;

Ποιόν κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;

Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;

Λεβέντης εροβόλαγε.




ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΓΡΑΦΩ ΣΑΝ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ, ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΩΣΤΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΚΡΗ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ.